• gaitis kolaz

  • Gaitis 80x60

Γαϊτης Γιάννης

Σπούδασε αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και το 1949 συμμετείχε, με τον Αλέκο Κοντόπουλο και άλλους καλλιτέχνες που είχαν στραφεί στις αφηρημένες τάσεις, στην ίδρυση της ομάδας "Οι Ακραίοι". Το 1954 πήγε στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών και στην ακαδημία Grande Chaumiere.

Εργαζόμενος τόσο το Παρίσι όσο και στην Αθήνα και έχοντας ξεκινήσει την εκθεσιακή του δραστηριότητα το 1944 με μία ατομική έκθεση στο εργαστήριό του και στη συνέχεια στον Παρνασσό, εξακολούθησε να παρουσιάζει ατομικά το έργο του σε παρισινές και αθηναϊκές γκαλερί, καθώς και σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, ενώ το 1984, μία εβδομάδα πριν το θάνατό του, εγκαινιάστηκε μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη. Πολυάριθμες υπήρξαν και οι συμμετοχές του σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1952 και το 1967 και τα Ευρωπάλια το 1982 στις Βρυξέλλες. Το έργο του παρουσιάστηκε επίσης σε μεταθανάτιες εκθέσεις, μεταξύ των οποίων η αναδρομική το 1994 στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και, σε πιο περιορισμένη κλίμακα, με τη γλυπτική και τη χαρακτική, ξεκίνησε από πορτρέτα, για να προχωρήσει σύντομα σε αφηρημένες εξπρεσιονιστικές και σουρεαλιστικές συνθέσεις, κυβιστικές και γεωμετρικές δημιουργίες και, παράλληλα, αφηρημένες συνθέσεις γλυπτικής από γύψο, αντίστοιχες με της ζωγραφικής του. Για ένα διάστημα οι δημιουργίες του συντίθενται από έντομα, ανθρωπάκια, πουλιά και φυτά, που υποδηλώνουν ένα παράλογο κόσμο. Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 άρχισε να διαμορφώνει το γνωστό ανθρωπάκι, που επαναλαμβάνεται αρχικά γύρω από μια κεντρική παράσταση, για να σχηματοποιηθεί και να τυποποιηθεί στη συνέχεια, αποτελώντας, επαναλαμβανόμενο σε διάφορες παραλλαγές, ένα σύμβολο και ένα μέσο ειρωνείας και κοινωνικής κριτικής. Με επίκεντρο το ανθρωπάκι αυτό δημιούργησε επίσης κατασκευές, υπερμεγέθεις γλυπτικές συνθέσεις, περιβάλλοντα και χάπενινγκς, ενώ το μετέφερε και σε ρούχα, υφάσματα και παιχνίδια.