• 2014-07-29 18.57.32_resized

Arman

Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1928, στην Νίκαια της Γαλλίας (θαλάσσιες Αλπεις).
Ενεργός στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής απ' όπου έχει πάρει και την υπηκοότητα.
Ζωγράφος με ανάμικτες τεχνικές, γλύπτης, δημιουργός συσσωρεύσεων.
Αφηρημένη τέχνη. Ομάδα νέων ρεαλιστών,
Η συνάντηση του με τον Yves Klein, το 1946, ήταν σίγουρα καθοριστική για την τέχνη του. Εκείνη την εποχή, γράφτηκε στην σχολή διακοσμητικής τέχνης στην Νίκαια, και στην συνέχεια στην σχολή του Λούβρου στο Παρίσι (1949). Παρήγε τότε μετά κυβιστικά έργα, στην αρχή απεικόνισης, και στην συνέχεια αφηρημένα. Απομακρύνεται από αυτήν την αφηρημένη τέχνη που του φαινόταν τυπική, και εφεύρει τον 1956, τις «σφραγίδες» του χρησιμοποιώντας μελανό σφραγίδες οι οποίες αποδίδουν αποτυπώματα με αισθητική τοποθέτηση, που παίζουν με την ποιότητα των χρωμάτων του μελανιού πριν καλυφθεί όλη η επιφάνεια του πίνακα. Δια μέσου της μελανό σφραγίδας, ο Arman, ξαναπαίρνει επαφή με τα αντικείμενα. Στην συνέχεια θα πάει παραπέρα αυτήν την εμπειρία, πετώντας διάφορα αντικείμενα καλυμμένα με μελάνι - βότσαλα, τσόφλια αυγού, βελόνες - πάνω στον καμβά. Είναι οι Εμφανίσεις αντικειμένων του 1958. Τότε αποκτά και το ψευδώνυμο του χάρη σε ένα τσόφλι, που υπήρχε στο εξώφυλλο του καταλόγου μίας έκθεσης και που μετέτρεψε το Armand σε Arman. Σιγά σιγά, η τέχνη του Arman, οδηγεί στο ίδιο το αντικείμενο, δεν υπάρχει παράσταση του αντικειμένου, ούτε μεταγραφή, ή αναπαράσταση, αλλά απλά μία συσσώρευση πραγματικών αντικειμένων. Αυτή η συσσώρευση αντικειμένων και διαφόρων απορριμμάτων οδηγεί φυσικά, στην σειρά Σκουπίδια, που εμφανίζεται το 1959 - 1960. Το αποκορύφωμα αυτής της εποχής «Σκουπίδια» είναι χωρίς αμφιβολία η έκθεση «Συμπλήρωμα» κατά την οποία η Γκαλερί Iris Clert, είχε γεμίσει με όλων των ειδών τα απορρίμματα. Αυτή η κίνηση, πλησιάζει αυτή του φίλου του Yves Klein, που στην διάρκεια της έκθεσης του «Το κενό»(1958), είχε αφήσει την ίδια Γκαλερί, τελείως κενή. Ήταν ένας τρόπος πρόκλησης του κοινού, που δεν εμπόδισε τον Arman να λογικεύσει στην συνέχεια, την τέχνη του. Έτσι, με την παρακίνηση του Pierre Restany, εκδίδει και υπογράφει στις 14 Απριλίου 1960, στο Μιλάνο, μαζί με μία δεκαριά καλλιτέχνες από τους οποίους και ο Yves Klein, το πρώτο μανιφέστο του Νέου Ρεαλισμού που καθορίζει την ανανέωση της γλώσσας της τέχνης της δεκαετίας του 60. Είναι η εποχή των συσσωρεύσεων : συσσώρευση καθημερινών αντικειμένων σε γυάλες, ή μέσα σε πολυεστέρα. Τοποθετεί έτσι στην κατηγορία της τέχνης τα πιο απλά αντικείμενα. Αυτό τον παρομοιάζει με τον Marcel Duchamp και τα ready made του. Ενώ όμως αυτά παραμένουν λέξεις χωρίς συνέχεια, οι συσσωρεύσεις του Arman, δημιουργούν ένά λεξιλόγιο, μία σύνταξη, και στην συνέχεια μία ποίηση. Είναι όμως ακολουθώντας τον Marcel Duchamp, που ενδιαφέρθηκε στην αποσύνθεση τις κίνηση, με την διαμέλιση των θεμάτων του και το 1961, αρχίζει να κόβει τα αντικείμενα και τα μπρούντζινα πρόσωπα σε φέτες. Παρ' όλο που αυτές οι κοπές, δίνουν μία εντύπωση ελαφρότητας και δυναμισμού μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν δεν υπάρχει μία αντίθεση ανάμεσα στο τέλειο προϊόν που είναι η γλυπτική του μπρούντζου, ακόμα και τεμαχισμένο, και την οργή που επιβάλει στα μουσικά όργανα και άλλα αντικείμενα την ίδια εποχή, των οποίων τα κομμάτια πετάει στο καμβά στο ξύλο ή ακόμη μέσα σε πολυεστέρα.
Αυτή η ερώτηση επανέρχεται και σε σχέση με τα χυτά μπρούντζινα του Καίσαρα και τα κολλημένα μέταλλα της πρώτης εποχής. Η κοινωνική ανησυχία σε σχέση με τον προορισμό των αντικειμένων σίγουρα οδήγησε τον Arman στις «καταστροφές» του, καταγγέλλοντας την παράλογη και κεκορεσμένη καταναλωτική κοινωνία στην οποία το αντικείμενο χάνει την αρχική του αξία. Πηγαίνοντας στο τέλος αυτής της λογικής, κατέστρεψε με την φωτιά, βιολιά, πιάνα, και πολυθρόνες, των οποίων τα υπολείμματα είναι εκτεθειμένα σε κατασκευές από πλεξιγκλάς. Είναι οι Κάψεις που εμφανίζονται το 1963. Μεταξύ του 1965 και 1967, χάρη στην συνεργασία με την Renault, δίνει νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Συναρμολογεί μηχανικά κομμάτια δίνοντας τους λυρικό χαρακτήρα. Μετά το 1970, βάζει τις Διαμελίσεις, Οργές και Συσσωρεύσεις του στο μπετό. Το 1972 αποφασίζει να πάρει την αμερικάνικη υπηκοότητα και μένει στην Νέα Υόρκη απ' όπου ξεκινάει μία μετακινούμενη αναδρομή . Από την δεκαετία του 80, καθοδηγείται στο μνημειώδη ακόμη και στο τερατώδη αφού συσσωρεύει άγκυρες, τριάντα κιθάρες, ή και 60 αυτοκίνητα σε μπετό. Διατηρεί όμως το ίδιο πνεύμα, την ίδια δημιουργικότητα δίνοντας στην τέχνη του μία πραγματική συνέχεια. Σχετική συνέχεια όταν στην δεκαετία του 90 παίρνει από την δική του συλλογή, και πλέον δεν τοποθετεί απορρίμματα αλλά αισθητικά και σπάνια αντικείμενα ως Συσσωρεύσεις συλλογών μέσα σε κουτιά που κατασκευάζει με προσοχή. Λίγο αργότερα το 1995 δείχνει στην Sete, μία σειρά «μετά γλυπτών» στα οποία με την συσσώρευση, την διαμέλιση, την εισαγωγή και το στοίβαγμα μετατρέπει κλασσικά έργα σαν την Αφροδίτη της Μήλου, πνίγοντας την κάτω από σωρό από κολλημένοι έλικες, και βαφτίζοντας την Milo Cruise. Η ακμή ένας αρχαίος Ηρακλής διαμελισμένος και συναρμολογημένος κάτω από συσσώρευση σωλήνων του ντους και βρύσες. Αυτή η κάπως προκλητική συμπεριφορά εμφανίζεται στην κατασκευή ενός μνημειώδης γλυπτού που εγκαινίασε το 1995 στο κέντρο της πόλης του Βηρυτού. Το έργο του Arman, μπορεί να καθοριστεί από τις πράξεις του : Συσσωρεύει, σπάει, κόβει, καίει. Παίρνει ένα αντικείμενο του επιβάλλει κάποια μεταχείριση διατηρώντας την εμφάνιση του, σβήνει την χρησιμότητα του και το σύγχρονο χαρακτήρα του ή ακόμη την αναγνωρισμένη αξία τέχνης του. Τελειώνοντας με τον Otto Hahn, «Ο Arman, δεν προσπαθεί να είναι σαν τον Leger, ο ποιητής του σύγχρονου. Αντιθέτως, έχει πάρει τον ρόλο του μάρτυρα μίας κουλτούρας.